Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

Ο “Δήμος ο Τανάλιας” που δάγκωνε πολύ και πάσχιζε η πατρίδα μας μακριά να απλωθεί


Τα ξενητεμένα Ελληνόπουλα, τα Ελληνόπουλα της ξενητειάς, τα Ελληνόπουλα που διώχτηκαν από πανάρχαιες Ελληνων αποικίες, από Εστίες λαμπερές, είχαν καθάριες τις ψυχές, πονούσαν την πατρίδα.










Από τον Γιώργο Ηλ. Ζιάκα
Εκει μακριά απ' τη μάνα τους, τη λατρεμένη Ελλάδα ύψωναν ολόφωτη πνευματική λαμπάδα. Διαβάζανε, διαβάζανε προγόνων τα βιβλία και γράφανε στην ξενητειά ολόχρυση ιστορία.




Είχανε πνεύμα καθαρό, οράματα ψηλά κι' αγκάλιαζαν από καρδιάς του Γένου μας τα ιερά και τα πανύψηλα ιδανικά.
Δεν λέρωσαν το πνεύμα τους βαρβάρων επιδράσεις και δεν τους πτόησαν ποτέ οι συγκυρίες οι κακές κι' άγριες καταστάσεις.

Απ' όπου κι' αν τα έταξε η μοίρα η σκληρή, απέδειξαν πως έχουνε γενναία την ψυχή.
Ακούραστα Ελληνόπουλα, καμάρια διαλεχτά μας εκπροσώπησαν λαμπρά εκεί στην ξενητειά.
Κι' όταν διωχτήκαν από εκεί και ήρθανε τα πιο πολλά ξυπόλητα κι' αναιμικά, ριχτήκαν πάλι στη δουλειά και μπήκανε μπροστά, περήφανα, δοξαστικά.
Ενα τέτοιο ξενιτεμένο γνήσιο Ελληνόπουλο ήταν και ο μεγάλος ποιητής-διανοητής της πέννας ο μαστιγωτής, ο Βάρναλης ο Κώστας, που σε κάποια φαση της ζωής, της πολυκύμαντης ζωής μας έγραφε και με ψευδώνυμο ως “Δήμος ο Τανάλιας” για να χτυπάει δυνατά τα άσχημα και τα κακά, που φέρνουν συμφορά.


Γεννήθηκε το 1883 στον Πύργο (σήμερα Μπουργκάζ Βουλγαρίας) της Βόρειας και Ελληνικότατης από τα πανάρχαια χρόνια, Θράκης.
Ο πατέρας του ο Γιαννακός καταγόταν από τη Βάρνα και η μάνα του από την Αγχίαλο (υπέροχες και καταπληκτικές ελληνίδες πόλεις, που μας τις άρπαξαν με βίαιο τρόπο οι γείτονες οι άσπονδοι, των Ούννων τα εγγόνια.

Ηταν παιδί που αγάπαγε του Εθνους Ιστορία και διάβαζε αχόρταγα όλα τα βιβλία. Αρίστευε κι' αρίστευε στου Πύργου, την περίλαμπρη την “Αστική Σχολή” κι αργότερα μες τη “Ζαρίφεια” στη Φιλιππούπολη Σχολή.
Με την φοίτηση και αποφοίτηση την άριστη και επιτυχή από την Φιλιππούπολη τη δοξασμένη και τρανή τον βρίσκουμε ολόφρεσκο στην Αθηνών τη Φιλοσοφική Σχολή. Από την ίδια τη Σχολή πήρε λεβέντικα και με σπαθί το ανώτερο το δίπλωμα διδάκτορα καθηγητή.

Συχνά-πυκνά ανέβαινε ψηλά στον Παρθενώνα, ήταν αρχαιολάτρησα και Ελληνολάτρησα ψυχή και θαύμαζε και θαύμαζε τον κλασσικό αγώνα.
Εγινε φίλος γκαρδιακός με ονόματα λαμπρά, τον Καζαντζάκη και Σικελιανό, Καρβούνη, Ρώτα, Βουτυρά.
Το κράτος τον διόρισε μες την Αμαλιάδα δάσκαλο των Ελληνικών τους νέους να φωνάζει μ' ό,τι καλύτερο τρανό και πνεύμα να δωρίζει.
Μετά από λίγο έγινε Σχολάρχης στην Αργαλαστή, διέπρεψε κι' εκεί.
Τον κυνηγούν αδιακοπες-αναίτιες μεταθέσεις στα Μέγαρα, στον Πειραιά, στην Κερατέα, χωρίς ποτέ να υποσταλεί του Εθνους η σημαία.
Εγινε και Διευθυντής στης Μέσης Εκπαιδεύσεως γνωστό Διδασκαλείο.
Αγκάλιασε το κίνημα Σαράτση και Δελμούζου και τον κατηγορήσανε σαν “άθεο” κι' αυτόν κι' ας ετραγούδησε γλυκά και λυρικά τη “Μάνα του Χριστού”.

Ενα διαμάντι άφθαστου καθάριου λυρισμού.

Το χίλια εννεακόσια δεκαεφτά τον βρίσκουμε εξέχοντα και δυνατό στη μακρινή Γαλλία, στο ξακουστό Πανεπιστήμιο Σορβόνης με πρωτεία.
Σπουδάζει τώρα πιο βαθειά φιλοσοφία, αισθητική, φιλολογία, απέραντη μα και κοινωνιολογία, αφού εκέρδισε μα μιας βραβείο και υποτροφία.
Τον κατηγόρησαν και για “Εθνικιστή” όταν με πόνο της καρδιάς έγραφε τον “Προσκυνητή” όπου εκεί μας εζωντάνεψε τη Δόξα των Ελλήνων μέσα από τους αδιάκοπους, τους συνεχείς αιώνες και εκαυτηρίασε σκληρά νωχέλεια και ραχατισμό και ψεύτικες κορώνες.

Λυπάται, κλαίει και θρηνεί για το κατάντημα του Ελληνισμού, για τη φτωχολογιά και γράφει-γράφει “Μοιραίους” σκλάβους πολιορκημένους.

“Το φως που καίει” ζεματά. Ασίγαστη η επαναστατική η φλόγα που κρατούσε, το κόστος το οποιοδήποτε ποτέ δεν τον λυγούσε. Ασχολήθηκε ξεχωριστά με ποίηση και κριτική και την πεζογραφία, το θέατρο την μετα- φραστική και τη δοκιμιογραφία.
Εφερνε πάντοτε στο φως τον πόνο και την αθλιότητα και τα δεινά τα γενικά, τη συφοριασμένη και σκληρή ζωή της εργατιάς και της φτωχολογιάς.

Μοιραία τον απόλυσαν από εκπαιδευτικό του Εθνους οι αγνώμονες, το κυβερνητικό κακό.
Τα έργα του τα θαυμαστά: “Κηρύθρες”, “το φως που καίει”, “η μάνα του Χριστού”, “Σκλάβοι Πολιορκημένοι”, “Οργή Λαού”, “Ελεύθερος κόσμος”, “Άνθρωποι”, “Δικτάτορες”, “Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ο Σολωμός χωρίς Μεταφυσική, “Αισθητικά και Κριτικά”, “Η αληθινή απολογία του Σωκράτη”, “Ο Άτταλος ο 3ος”, και Μεταφράσεις του Αριστοφάνη , του Ευρυπίδη, του Μολιέρου, του Θερβάντες, “Ο λαός Μοννούχων”, “Ιστορία του Αγίου Παγκωμίου”, “Οι φυλακές”, “Οι μοιραίοι”. Αυτός ήταν ο αλύγιστος και θαρραλέος ποιητής, που τάχτηκε με το λαό και κράτησε με σθένος αγωνιστικό την φλόγα την ακοίμητη και τον πατριωτισμό κι ας δέχτηκε αμείλικτο-σκληρό καταδιωγμό.


Γιώργος Ηλ. Ζιάκας



Δημοσίευσέ το στο:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου