Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

"Τα Αλάνια του Βαρδαρίου".


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Degiorgio το βιβλίο του Δημήτρη Τσιάλα,
 Σχήμα: 120 X 200 Σελίδες: 224 - Βιβλιοδεσία: Πολυτελής




«Τα αλάνια του Βαρδαρίου... είναι ένα σύνολο δέκα διηγημάτων που αναφέρονται όλα σε ιστορίες από το Βαρδάρι. Οι ιστορίες αυτές είναι γραμμένες με πολύ συναρπαστικό τρόπο και κερδίζουν τον αναγνώστη χωρίς να καταφεύγουν σε μυθοπλασίες, κυριαρχεί η εξιστόρηση της ζωής των ίδιων των προσώπων.

Επειδή κάποτε τριγύριζα κι εγώ στα μέρη εκείνα, μένω κατάπληκτος από την ικανότητα του συγγραφέα να τα αποδίδει όλα ζωντανά και πραγματικά. ... αλλά ο Τσιάλας την ατμόσφαιρα την αποδίδει πολύ καλύτερα. Άλλωστε η προσπάθεια του συγγραφέα νομίζω ότι αποβλέπει στο να αποδώσει πιο πολύ την ατμόσφαιρα του Βαρδάρι και λιγότερο τα πρόσωπα που κινούνταν στην περιοχή. Δηλ. ο συγγραφέας εμπνέεται από την ίδια τη ζωή και όχι από τα βιβλία. Αυτό το θεωρώ πολύ σπουδαίο κατόρθωμα... Τέτοια ποιότητα γραφής είχαμε πολύ καιρό να χαρούμε: είναι γραφή λαϊκή και ως προς τη θεματογραφία και ως προς την τεχνοτροπία. Ελπίζω αυτό να προσεχτεί έστω και τώρα, αφού δεν προσέχτηκε στην πρώτη έκδοση.

Ντίνος Χριστιανόπουλος


το Βαρδάρι

Η πιο ερωτική περιοχή της Θεσσαλονίκης είναι το Βαρδάρι, ακόμα και σήμερα.

Πολύ περισσότερο, αποκλειστικά σχεδόν, ήταν στις δεκαετίες του εξήντα και του εβδομήντα. Εδώ βρίσκονταν τότε όλα εκείνα τα στοιχεία, που προδιέθεταν τους ανθρώπους στον έρωτα, όχι όμως με την έννοια του ειδυλλιακού εκείνου έρωτα των εφήβων που αναζητούν μια απόμερη γωνιά, για να ανταλλάξουν κανένα φιλί. Εδώ μιλάμε για τον έρωτα σε όλες του τις μορφές. Από το πληρωμένο και γρήγορο πήδημα, μέσα σε πορνείο ή στο ύπαιθρο, που κι αυτό πολλές φορές έχει και ένταση και ψυχική ευφορία, μέχρι το πιο θανατερό πάθος.

Εδώ βρίσκονταν όλα τα νόμιμα τουλάχιστον μπουρδέλα και όλες οι υπαίθριες πόρνες, οι καλντεριμτζούδες. Εδώ υπήρχαν τότε τα περισσότερα μπαρ, καμπαρέ και τα παρόμοια και εδώ άνθισαν για πολλά χρόνια τα κέντρα γνωριμιών. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά. Εδώ κυκλοφορούσαν όσοι κατέβαιναν από τις επαρχίες με τα δημόσια μέσα συγκοινωνίας το ιδιωτικό αυτοκίνητο δεν ήταν ακόμα πολύ διαδεδομένο για διάφορες δουλειές.

Μιλάμε φυσικά για άντρες που αισθάνονταν, έστω προσωρινά, περισσότερο ελεύθεροι μακριά από τον ασφυκτικό κλοιό του χωριού ή της μικρής πόλης τους. Δεν τους γνώριζε κανένας ή σχεδόν κανένας, μπορούσαν επομένως να τσιλιμπουρδίσουν λιγάκι. Όχι με την έννοια να πιάσουν γκόμενα.

Γι’ αυτή τη δουλειά χρειάζονται πολλά προκαταρκτικά: φλέρτ, κεράσματα, υποσχέσεις, αποκρύψεις, ψεματάκια και πολλή υπομονή. Αλλά, ας πούμε, να απολαύσουν στα πεταχτά ένα κορμί ή έστω μια γυναικεία συντροφιά σ’ ένα μπαρ. Και για τον εαυτό τους ακόμα είχαν τη δικαιολογία. Είχαν έρθει για κάποια δουλειά. Και η προδιάθεση υπήρχε. Θα είχαν ακούσει σίγουρα κάποιες αφηγήσεις φίλων τους για απολαύσεις, πραγματικές ή φανταστικές, και οι ελεύθεροι και οι παντρεμένοι, που πιθανότατα είχαν σκυλοβαρεθεί τους προβληματικούς δεσμούς τους ή πολύ περισσότερο τις νόμιμες συζύγους τους που γκρινιάζουν για το παραμικρό, τις επισκέψεις των συγγενών με το άγρυπνο βλέμμα. Ιδίως εάν υπήρχαν εκείνες οι φοβερές θείες, πεθερές, γιαγιάδες, που και μουμιοποιημένες ακόμα εννοούν να ελέγχουν τις σχέσεις των ζευγαριών κάνοντας συγκρίσεις με τις δικές τους ερωτικές συμπεριφορές.

Μια επαρχιώτισσα πεθερά μάλιστα, σε πολύ παλαιότερα βεβαίως χρόνια, παρακολουθώντας από την κλειδαρότρυπα την πρώτη ερωτική επαφή της νύφης με τον κανακάρη της έτσι τη σχολίασε; «Κιντί, κιντί, ιγώ στουν ώμου τα θλύκουνα», εννοώντας ότι αυτή ήταν περισσότερο θερμή στην ερωτική περίπτυξη με τον δικό της άντρα, που είχε πεθάνει πριν πολλά χρόνια, ίσως από αυτά τα θηλυκώματα.

Υπήρχε λοιπόν η προδιάθεση, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν η ατμόσφαιρα, κυρίως τη νύχτα, με τα ποικίλα φώτα στις εισόδους των μπαρ και των καμπαρέ, συχνά με κάποιον κράχτη απέξω, που μπορεί μεν να ήταν και εντελώς αναλφάβητος, αλλά ήταν άριστος γνώστης της ψυχολογίας των ανθρώπων, έμφυτο ταλέντο σε μερικούς. Ήταν και ο απαλός φωτισμός τους στο βάθος, πάντα στις αποχρώσεις του κόκκινου, που απαλύνουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου, εξωραΐζουν τις μορφές, κρύβουν τυχόν ελαττώματα και προπαντός χαλαρώνουν τις αναστολές. Ακόμα ήταν τα κόκκινα φωτάκια στις εισόδους των πορνείων, οι φευγαλέες φιγούρες μοναχικών γυναικών, που δεν μπορούσε παρά να ήταν ή καμπαρετζούδες αργοπορημένες ή γυναίκες της νύχτας διαθέσιμες για ο,τιδήποτε.

Από όλους τους δρόμους γύρω από την πλατεία Βαρδαρίου ξεχύνονταν μπουλούκια ανθρώπων, εργαζόμενοι που έτρεχαν να προλάβουν το ωράριο, νοικοκυρές με τις τσάντες στα χέρια πρόχειρα χτενισμένες που βιάζονταν να ψωνίσουν τα καθημερινά, μαθητές με τις σάκκες τους στον ώμο και οι πιο μάγκες χωρίς σάκκα, κρατώντας τα βιβλία δεμένα με σπάγγο στο χέρι χαμογελαστοί και ξένοιαστοι να πειράζουν ο ένας τον άλλον με αστεία, με πανέξυπνα σχόλια, ενώ στα μαθήματα ίσως να ήταν και κουμπούρες, να κάνουν πηδήματα πιρουέτες μέσα στους δρόμους και να περνάνε συχνά το οδόστρωμα ανάμεσα από τα διερχόμενα αυτοκίνητα με επικίνδυνους ελιγμούς, και ένα σωρό άλλος κόσμος που ποιος ξέρει τι έτρεχε να προλάβει ο καθένας. Ακόμα και την ημέρα, όμως, λίγο να παραμέριζες από τους κεντρικούς δρόμους και να έμπαινες σε κανένα στενό, θ’ ανακάλυπτες ότι πίσω από τα αχαμνά φώτα και φωτάκια λειτουργούσαν τα μπαρ και τα μπουρδέλα.

Κάποιοι δρόμοι ή περιοχές του Βαρδαρίου έχουν ιστορία, καθώς και τα πρόσωπα εκείνα, που με την καθημερινή ή περιστασιακή παρουσία τους δίνουν εκείνο τον ερωτικό τόνο που αναφέραμε.

Ένας μικρός δρόμος, η οδός Ειρήνης, με κατεύθυνση ακριβώς ανατολική, ενώνει την πλατεία Βαρδαρίου με την αρχή της οδού Αγίου Δημητρίου.

Εκεί,σ’ αυτόν τον δρομίσκο, τα παλιά χρόνια υπήρχαν δυο-τρία πορνεία κι ένα μπουζουξίδικο, όπου είχαν τραγουδήσει στα νιάτα τους ο Στράτος ο Παγιουμτζής,

ο Γιώργος ο Μητσάκης και άλλα ίσως μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού. Όλα αυτά έκλεισαν αργότερα, αλλά είχαν ξεμείνει μερικές γριές πουτάνες, που απτόητες από το χρόνο έβγαιναν νωρίς τα βράδια, μπας και βρουν κανένα λιγούρη πελάτη, ο οποίος θα παράβλεπε το ρημαγμένο σώμα και το σταφιδιασμένο πρόσωπό τους.

Μια απ’ αυτές, η Γλυκερία, ερείπιο πια, συνήθιζε να περπατάει με το τσιγάρο στο χέρι στη μέση του δρόμου αδιαφορώντας για τ’ αυτοκίνητα, που βέβαια τότε, μιλάμε για τη δεκαετία του εβδομήντα, δεν ήταν πολλά, και να τραγουδάει παλιούς αμανέδες με λίγο βραχνή φωνή, αλλά τόσοωραία, που θύμιζε την Εντίθ Πιάφ στα τελευταία της.

Ακόμα πιο παλιά άλλες καλντεριμτζούδες δρούσαν στην ξακουστή Μπάρα, στην περιοχή πίσω από τα σημερινά ξενοδοχεία «Καψής» και «Κάπιτολ», από την πλατεία Βαρδαρίου μέχρι επάνω στη γέφυρα του τρένου, δίπλα στην εκκλησία των Αγίων Πάντων.

Υπήρχαν εκεί και μερικές παράγκες, όπου έμεναν φτωχές οικογένειες. Ερχόταν συχνά, κυρίως παραμονές μεγάλων εορτών, ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο, η γνωστή Καναδέζα, και τους έδινε τρόφιμα. Οι φαντάροι τα μοίραζαν στις οικογένειες, αλλά έδιναν και στις υπαίθριες πόρνες που τριγυρνούσαν εκεί, όμως αυτές ήταν ικανές να σκοτωθούν μεταξύ τους για μια κονσέρβα.

Γι’ αυτό μια γνωστή «αδερφή» της περιοχής, η Ριντικαβάλω, ανέλαβε το μοίρασμα.
Ανέβαινε επάνω στην καρότσα του αυτοκινήτου και κάνοντας σόου κάτω από τα χαμόγελα των αρειμάνιων φαντάρων εκείνης της εποχής, λικνίζοντας το κορμί της και χοροπηδώντας, φώναζε τα ονόματα ή τα παρατσούκλια των γυναικών.

Μερικές απ’ αυτές άφησαν όνομα είτε για την αντοχή τους είτε για τις ιδιορρυθμίες τους. Η Μαρία η Τσομπάνα, μια αντρογυναίκα που τη φοβούνταν όλες και που περιέργως οι περισσότεροι πελάτες της ήταν κάτι ντελικάτα παιδιά. Η Πάτρα η Ντομούζα, κοντή με μεγάλο κεφάλι. Η Σούλα με το ψιλό σγουρό κατάξανθο μαλλί.
 Η Μαρία η Φελούκα, που ήταν φελός στο μυαλό. Η Λαγκαρόζα η κακιά που, όταν μιλούσε, έβγαζε τη γλώσσα της έξω σαν σαύρα. Η Αγγέλα η ποιήτρια, που σκάρωνε στιχάκια. Η Αϊσέ η Τουρκάλα, μελαχρινή και τζαχείλω, που έβαζε πέντε καπότες στο κάθε χέρι και διαλαλούσε: «Αυτές γι’ από μπροστά κι αυτές γι’ από πίσω». Κι όταν την άκουγε η Δέσποινα η Πόντια, θύμωνε και την έβριζε στα ποντιακά: «Μω τη φάρα σ’, καριόλα».

Υπήρχαν και οι τραγουδίστριες και οι χορεύτριες που δούλευαν στα υποτυπώδη καμπαρέ της περιοχής. Οι τραγουδίστριες αυτές, γνωστές μόνο με τα μικρά τους ονόματα, και κυρίως για τα υποκοριστικά τους: Σούλα, Πόπη, Ρούλα, μπορεί να μην είχαν ωραίες φωνές και να μην ήξεραν νότες μουσικής, αλλά ήταν όμορφες ή τουλάχιστον σεξουαλικές, με σκληρό βλέμμα και τσαμπουκά, πράγματα που θεωρούνται απαραίτητα σε μια λαϊκή τραγουδίστρια, όπως κατά μια φήμη είχε πει κάποτε και ο Γιώργος Ζαμπέτας στην τραγουδίστρια Γιοβάνα, όταν θέλησε να μεταπηδήσει από το ελαφρό τραγούδι στο λαϊκό: «Κορίτσι μου», λένε ότι της είπε, «έχει καταπληκτική φωνή, αλλά σου λείπει ο τσαμπουκάς».

Οι χορεύτριες προέρχονταν κυρίως από την Άπω Ανατολή, φερμένες κατά γκρουπ από διάφορα «καλλιτεχνικά γραφεία». Οι περισσότερες δεν ήξεραν χορό, απλώς κουνούσαν τον κώλο τους.

Αλλο ένα μοναδικό γνώρισμα της περιοχής Βαρδαρίου ήταν και τα κέντρα γνωριμιών. Ήταν πολλά και είχαν ερωτικά ονόματα, όπως «Αγάπη», «Ευτυχία», τέτοια. Είχαν μικρή λαϊκή ορχήστρα —συνήθως μπουζούκι, κιθάρα και ταμπούρλο— και άντρες τραγουδιστές. Αυτοί ή ήταν ωραία λαϊκά παιδιά «με σγουρό μαλλί στο μέτωπο ριγμένο», όπως λέει και το σχετικό άσμα, ή είχαν καταπληκτικές φωνές. Ένα βράδυ που πήγα με την παρέα μου —ένα ζευγάρι, εκείνος ψιλονταβατζής κι εκείνη δηλωμένη ιερόδουλος, αλλά χρυσή καρδιά απολαύσαμε ερμηνείες γνωστών σουξέ της εποχής από ένα Τσιγγάνο τραγουδιστή, αγνώστου ονόματος, με μια πολύ εντυπωσιακή φωνή κι ας είχε την τσιγγάνικη προφορά. Το φόρτε του ήταν το γνωστό λαϊκό τραγούδι «Τα πουλιά τα βρίσκει ο Χάρος στο φτερό…».

Σ’ αυτά τα κέντρα, που τώρα πια δεν έχουν ζωντανή μουσική και που δεν ξέρω για ποιο λόγο, ίσως γιατί τα ενοίκια είναι ακριβά, κανένα τους δε βρίσκεται σε ισόγειο, αλλά σε όροφο, συχνάζουν οι ναυαγισμένες ψυχές και τα φτωχά βαλάντια, γιατί οι τιμές τους είναι χαμηλές και το περιβάλλον ανεκτικό σ’ οποιαδήποτε αμφίεση, ακόμα και τραβεστί. Θα δεις εκεί νεαρούς από φτωχογειτονιές παρέες παρέες, χωρίς ντάμα φυσικά, αφού υποτίθεται ότι εκεί θα γνωρίσουν κάποια. Εκεί τους δίνεται η ευκαιρία να φλερτάρουν, να δείξουν τη μαγκιά τους παίρνοντας βαρύ ύφος με το τσιγάρο απαραιτήτως στο χέρι και να χορέψουν κανένα ζεϊμπέκικο. Εκείνα τα χρόνια, όσοι τολμούσαν να χορέψουν τσιφτετέλι, θεωρούνταν από χαζοχαρούμενοι μέχρι και κρυφολουμπινιές.

 Αυτοί, βέβαια, ήταν χαμένοι από χέρι, δεν επρόκειτο να σταυρώσουν γκόμενα, όπως λέμε. Όσοι θεωρούσαν τον εαυτό τους μάγκα, δεν διανοούνταν να χορέψουν τίποτε άλλο εκτός από το απτάλικο ζεϊμπέκικο κι αυτό, όταν έρχονταν σε πολύ μεγάλο κέφι. Οι γυναίκες θαμώνες αυτών των κέντρων εκείνη την εποχή, τουλάχιστον, γιατί σήμερα έχει ξεφτίσει το πράγμα, ήταν οι περισσότερες χωρισμένες, μεγάλες σε ηλικία, με χαμηλό εισόδημα και όχι ιδιαίτερα ωραίες. Κυκλοφορούσαν ακόμα και μερικές νεαρές Τσιγγάνες, που πουλούσαν λουλούδια. Γενικά σ’ αυτά τα μέρη, όπως άλλωστε και σε άλλου είδους νυχτερινά κέντρα, σύχναζε κάθε καρυδιάς καρύδι. Κλεφτρόνια, χασισοποτάκια, γενικά παράνομοι, αλλά και απλοί άνθρωποι, μεροκαματιάρηδες.

Τα τελευταία χρόνια θα βρεις εκεί, στα δυο τρία κέντρα γνωριμιών που λειτουργούν ακόμα, και τη γριά πόρνη, την Ελένη ή Λάϊκα. Από κακεντρέχεια της έβγαλαν αυτό το παρατσούκλι οι άλλες πουτάνες του δρόμου γιατί, όταν οι Ρώσοι είχαν στείλει τη σκυλίτσα Λάϊκα στο διάστημα, η Ελένη ήταν έγκυος, άγνωστο από ποιον βέβαια, και της έλεγαν οι άλλες ότι θα γεννήσει σκυλί, Λάϊκα. Η Ελένη ακόμα και τώρα δεν το βάζει κάτω. Τριγυρνάει στα κέντρα γνωριμιών και στους δρόμους πουλώντας λουλούδια, με την ελπίδα να βρει και κανέναν πελάτη. Την εποχή εκείνη δούλευε στο δρόμο, στη γωνία των οδών Ταντάλου και Σαπφούς, μαζί με δυο-τρεις άλλες αλανιάρες.

Η κάθε μια είχε το στέκι της, αλλά πολλές φορές έρχονταν στα χέρια για τους πελάτες. Αυτές έχουν εξαφανιστεί τώρα. Άλλες πέθαναν κι άλλες αναγκάστηκαν ν’ αποσυρθούν και επειδή γέρασαν, αλλά και επειδή υπάρχει μεγάλη προσφορά σεξ από τα νέα κορίτσια, σε σημείο που κοντεύουν να κλείσουν και τα επίσημα πορνεία, παρ’ όλον ότι έχουν ανανεώσει το έμψυχο δυναμικό τους. Η Ελένη ήταν η τελευταία που αποχώρησε. Την έπιασε επαυτοφώρ? το Ηθών και Λεσχών και ο ίδιος ο επικεφαλής αξιωματικός του περιπολικού βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και την απείλησε:

«Να βρεις δωμάτιο να πηδιέσαι. Αλλιώς θα σε τσακίσω».
Το είπε τόσο άγρια, που η Λάϊκα κατατρομοκρατήθηκε και δεν ξαναπάτησε στην Ταντάλου.

Η πιο παλιά στην πιάτσα. απ’ αυτές τις καλντεριμτζούδες, ήταν η Άννα, η Αρμένισσα. Το τελευταίο της στέκι ήταν πίσω από το ξενοδοχείο «Μαρίνα» στην πλατεία Μοριχόβου. Κατέβαινε νωρίς το απόγευμα, φορώντας πάντα μακρύ φουστάνι με καλοχτενισμένα τα κόκκινα μαλλιά της, κόκκινα σκούρα σαν Εβραίας, ελαφρά μακιγιαρισμένη. Είχε κατάλευκο δέρμα και παρά τα χρόνια της κρατιόταν καλά. Περπατούσε με μικρά βηματάκια, βαστώντας στα χέρια της εκτός από την τσάντα και μια μικρή σακκούλα. Ένα αδέσποτο σκυλί την περίμενε και, μόλις την αντίκρυζε, της έκανε χαρές κουνώντας την ουρά του. Αυτή το χάϊδευε, του μιλούσε γλυκά, σα να ’ταν παιδί της, και τού ’δινε τ’ αποφάγια ή ό,τι άλλο κουβαλούσε στη σακκουλίτσα της.

Μετά άρχιζε τις βόλτες πάνω κάτω. Όταν την πλησίαζες και τη ρωτούσες: «Πόσο πάει», σου απαντούσε:
«Κατό». Χρησιμοποιούσε ως «επαγγελματικό» χώρο για τις ερωτικές της «συνεντεύξεις» ένα στενό, την οδό Ροδόπης, μήκους πενήντα μέτρων όλο κι όλο, απ’ όπου δεν περνούσαν αυτοκίνητα. Αν στεκόσουνα στη μια άκρη του στενού, μπορούσες να δεις τα όσα γίνονταν εκεί μέσα, σαν να έβλεπες κινηματογραφική ταινία. Πολλοί πιτσιρικάδες, που δεν είχαν να πληρώσουν το κατοστάρικο, μαζεύονταν στη γωνία και παρακολουθούσαν το θέαμα. Μερικοί πελάτες την έβαζαν να σκύψει και κάναν το λεγόμενο πισωκολλητό. Συνήθως αργούσαν να τελειώσουν και οι νεαροί μπανιστιρτζήδες έλεγαν χαμηλόφωνα:
«Α, τον πούστη, την έσκασε τη γυναίκα! Άντε τελείωνε, ρε μαλάκα!»

Οι πιο μεγάλοι σχολίαζαν: «Μα πώς αντέχει τόσην ώρα σκυμμένη; Δε φοβάται μην πάθει κανένα εγκεφαλικό, μεγάλη γυναίκα!»
Τη φωτογραφία της Αρμένισσας αυτής και μια μικρή συνέντευξη την έχει βάλει ο Ηλίας Πετρόπουλος σ’ ένα από τα βιβλία του, όπου στην ερώτηση, γιατί δε βρίσκει άλλον τρόπο για να ζήσει τώρα που γέρασε, απάντησε ότι δε γνώριζε καμιά άλλη δουλειά να κάνει.

Άλλη αλανιάρα ήταν η Σοφούλα ή Άφρω, με τα αράπικα μαλλιά της, ή Φασουλάδα, γιατί έλεγε σε όσους την ενοχλούσαν: «Άσε με, ρε, να βγάλω τη φασολάδα μου!»

Αυτή ήταν η πιο τρελή απ’ όλες. Στέκι της είχε το πίσω μέρος του ΟΤΕ, τότε που ο χώρος δεν ήταν ακόμα διαμορφωμένος, δεν τον είχαν αξιοποιήσει με τσιμέντα και παρτέρια. Ήταν μια αλάνα με τα όλα της: χώματα, σκουπίδια, οικοδομικά υλικά που είχαν απομείνει από το κτίσιμο του ΟΤΕ, ακόμα και μια χαλασμένη μπετονιέρα, αλλά και χορταράκια, αγριάδες, βρωμόχορτα, τσουκνίδες. Εκεί οδηγούσε τους στιγμαίους εραστές της η Σοφούλα. Ήταν ψηλή, άγαρμπη, με κοντοκουρεμένο σγουρό μαλλί. Είχε τέτοιο θράσος που έβγαινε μπροστά στον ΟΤΕ να ψωνιστεί και, όταν περνούσε κάποιος άντρας τον φώναζε, ακόμα και από πολύ μακριά: «Καλέ, από δω, καλέ, από δω», και με χειρονομίες τον καλούσε να πάει κοντά της.

Κουβαλούσε μαζί της και μια διπλωμένη κουβέρτα, που την έστρωνε κάτω. Ένας συμπονετικός γιατρός, που περνούσε συχνά από κει, τη βοηθούσε δίνοντάς της δωρεάν φάρμακα, γιατί είχε απ’ όλες τις γυναικείες αρρώστιες. Αυτός είχε πει κάποτε κι επαληθεύτηκε:
«Σ’ αυτήν όλα είναι υπό αναστολήν. Κάποτε θα φουντώσουν». Και πραγματικά έτσι έγινε.

Η Πόπη θεωρούνταν η πιο γριά. Σπασμένο πρόσωπο, σκαμμένο μάλλον, ξανθό βαμμένο μαλλί. Ήταν λεπτή και το σώμα της είχε μια ελαφρά κυρτή στάση, όπως οι παλιές ντίβες του αμερικάνικου κινηματογράφου. Δε φορούσε ποτέ κυλότα. Για να προκαλεί τους νεαρούς κυρίως, που μαζεύονταν γύρω της εκεί στο στέκι της, στα τρία Γεφυράκια, στην αρχή της οδού Αναγεννήσεως —όπου σώζεται ένα διατηρητέο σπίτι, το σπίτι του Καλού, κατ’ άλλους αρμένικο σχολείο, κτισμένο στις αρχές του αιώνα— καθόταν ανακούρκουδα, κι όπως δε φορούσε βρακί φαινόταν το πράμα της από κάτω κατάμαυρο και αβυσσαλέο.

Οι υποψήφιοι επιβήτορες, ερεθισμένοι από το θέαμα, σχημάτιζαν κύκλο γύρω της σαν χορός αρχαίου σατυρικού δράματος και την κοίταζαν αλλάζοντας διαρκώς τη στάση του σώματός τους, όμως ελάχιστοι πήγαιναν μαζί της πίσω από το πρόχειρο με λαμαρίνες περίφραγμα. Όποιος την πλησίαζε και τελικά την απέρριπτε, τον ακολουθούσε το εξής στερεότυπο υβρεολόγιο:

«Άντε, ρε τσόγλανε, χοντρομαλάκα! Πάγαινε να πηδήξεις τη μάνα σου, ρε κόπανε!».
Ευτυχώς τό ’παιρναν γι’ αστείο και γελούσαν όλοι μαζί. Πάντως εκεί στα σκοτεινά ξεγελούσε το μάτι, φαινόταν από κάποια απόσταση πιο νέα. Κάποτε μια «αδερφή», περνώντας από κει, πλη-σίασε ένα από τ’ αγόρια της ομήγυρης με προφανείς σκοπούς.

Εκείνο όμως της είπε: «Και δεν πάω με την ξανθούλα από δω;» Οπότε η «δεσποσύνη» ξέσπασε: «Καλέ, ποια ξανθούλα; Αυτή είναι κωλόγρια του κερατά, εβδομήντα και βάλε!» Και όμως, όταν ύστερα από μερικά χρόνια πέθανε η Πόπη και κάποιοι δημοσίευσαν στην εφημερίδα
«Μακεδονία» την αγγελία της κηδείας της, ήταν μόλις πενηνταένα χρονών. Η Πόπη! Που πάντα με ταξί ερχόταν στην πιάτσα και με ταξί έφευγε επιδεικτικά για να πάει να συναντήσει τον αγαπητικό της, έναν τριαντάχρονο χαρτοπαίκτη, και να του παραδώσει τις εισπράξεις της ημέρας. Έλεγε ότι αισθανόταν τη μεγαλύτερη ηδονή την ώρα που του τά ’δινε.

Τέλος ήταν και η Μαρία, που φαινόταν η πιο ευγενική απ’ όλες, αλλά μερικοί έλεγαν ότι ήταν ύπουλη και κάρφωνε στην Ασφάλεια, όποιον δε χώνευε. Μάλωναν για τους πελάτες με τη Λάϊκα που ήταν φωνακλού και που την καταριόταν: «Έχεις καρκίνο, μωρή! Να ψοφήσεις, να ησυχάσουμε από σένα, φίδι κολοβό». Τα σινεμά της πλατείας Βαρδαρίου ήταν τέσσερα, πες σε κάθε γωνία κι από ένα: το «Λαϊκόν», το «Ίλιον», το «Πάνθεον» και το «Αττικόν».

Υπήρχαν και άλλα δύο στους παράπλευρους δρόμους με θηλυκά ονόματα, η «Αλέκα» και η «Βίλμα». Την εποχή εκείνη ήταν όλα στις δόξες τους. Έπαιζαν κυρίως ελληνικά και τουρκικά μελό, καθώς και αμερικάνικα καουμποΐστικα. Κάθε μέρα ήταν σχεδόν γεμάτα, αλλά τις Κυριακές υπήρχε το αδιαχώρητο. Από τις δυτικές πιο πολύ συνοικίες ροβολούσαν πλήθη νοικοκυραίων με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Κατέφθαναν από τις δύο το μεσημέρι κι έβλεπαν το έργο δύο και τρεις φορές. Έχουν κλάψει αμέτρητα ματάκια εκεί, με τις πρωταγωνίστριες του ελληνικού και ξένου κινηματογράφου! Η Βουγιουκλάκη, η Μάρθα Βούρτση, η Αντιγόνη Βαλάκου, η ελληνικής καταγωγής Ιταλίδα Υβόν Σανσόν, η ινδή Ναργκίς και η τουρκάλα Χούλια Κόσιγκιτ έχουν σπάσει ρεκόρ εισιτηρίων σ’ αυτά τα σινεμά.

Σ’ αυτόν το χώρο, μέσα και γύρω από την πλατεία Βαρδαρίου, στις παρυφές της ή και λίγο πιο πέρα, ζουν και κυκλοφορούν τα παιδιά μιας χαμοζωής. Άλλοι τα λένε αλήτες, άλλοι τα λένε αλάνια, άλλοι τσόλια, χαμένα κορμιά. Ίσως είναι λίγο απ’ όλα αυτά. Δεν είναι όμως εγκληματίες, δεν είναι μισάνθρωποι, έχουν φιλότιμο, αγαπούν τη ζωή και προπαντός τον έρωτα. Είναι σαν τα πετεινά του ουρανού. Δε μεριμνούν για το αύριο.


Μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στο βιβλίο κατεβάζοντας το παρακάτω αρχείο PDF

http://degiorgio.buy.gr/ftp/inside_ta_alania_tou_vardariou_intro.pdf


Δημοσίευσέ το στο:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου